_Γερμανός αξιωματούχος υποστήριξε: «Με βάση τη συμφωνία αποζημιώσεων του 1960, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατέβαλε αποζημίωση στην Ελλάδα ύψους 115 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (περί τα 58,8 εκατ. ευρώ) για τη ζημία που προκλήθηκε από τον ναζισμό». Σύμφωνα με τον ίδιο, έχουν αποζημιωθεί και οι Έλληνες που υποχρεώθηκαν σε καταναγκαστική εργασία υπό το ναζιστικό καθεστώς, ενώ παράλληλα η Γερμανία χορήγησε μετά το 1960 βοήθεια ύψους «περίπου 32 δισ. γερμανικών μάρκων (16,3 δισ. ευρώ) στην Ελλάδα σε διμερές και ευρωπαϊκό επίπεδο, για να υποστηρίξει την ενσωμάτωση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα».
Υπάρχουν βέβαια και μερικές ιστορικές συμπτώσεις σε αυτή την ιστορία.
_Το 1935, με την παλινόρθωση της μοναρχίας, ξαναγύρισε στην Ελλάδα ως διάδοχος ο Παύλος A' Βασιλεύς της Ελλάδος. Το ήπιο ή το άβουλο - κατ΄άλλους - του χαρακτήρα του τού έδωσε το προσωνύμιο «Παύλος ο Καλός». Τέταρτο παιδί των βασιλέων Κωνσταντίνου και Σοφίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας, απο την 14η Δεκεμβρίου 1901 έως την 6η Μαρτίου 1964 υπέρξε βασιλιάς της Ελλάδας.
Στις 9 Ιανουαρίου 1938 παντρεύτηκε στην Αθήνα τη φιλόδοξη και δυναμική Φρειδερίκη που μεγάλωσε στη Γερμανία ως πριγκίπισσα του Αννόβερου. Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν ότι ως βασίλισσα και βασιλομήτωρ, από το 1948 έως το 1967, ήταν ιδιαίτερα ενεργή και είχε σημαντική επιρροή στα πολιτικά της Ελλάδας αν και κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από το θεσμικό της ρόλο.
_Οι Γερμανοί δεν αποζημίωσαν ποτέ τον ελληνικό λαό, παρά αποκόμισαν μια επιστολή, από την κατά το ήμισυ Γερμανικής εθνικότητας βασιλική οικογένεια, που ρύθμιζε το θέμα ερήμην του παθόντος λαού. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην επιστολή: "H κυβέρνησις του βασιλείου της Eλλάδος συμφωνεί προς την άποψιν ταύτην της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας. Eπιφυλάσσεται εν τούτοις όπως προβάλει νέας απαιτήσεις, αιτινες προέρχονται εξ εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως κατά την διάρκεια του πολέμου και της κατοχής κατά την γενική εξέτασιν, συμφώνως το άρθρω 5, παράγραφος 2 της Συμφωνίας περί γερμανικών εξωτερικών χρεών της 27ης Φεβρουαρίου 1953».
Για την ιστορία το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανιας προς την Ελλάδα, είχε ζητήσει:
1) 7,1δισ. δολάρια (αγοραστικής αξίας 1958) πλέον τους τόκους, που επιδίκασε η Διεθνής Διάσκεψη των Παρισίων για τις καταστροφές που προξένησαν στη χώρα τα κατοχικά γερμανικά στρατεύματα.
2) Την εξόφληση του κατοχικού δανείου ύψους 3,5 δισ. δολαρίων, πλέον τους τόκους. Στα χρόνια της κατοχής οι ναζί "απέσπασαν" από την ελληνική κατοχική κυβέρνηση αναγκαστικό δάνειο, το οποίο σήμερα με τους τόκους και τον πληθωρισμό υπερβαίνει τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ύψος του δανείου το είχαν καθορίσει οι ίδιοι οι Γερμανοί αμέσως μετά τον πόλεμο στο ποσό των 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ (σε τιμές του 1944).
3) Την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα των θηριωδιών του γερμανικού στρατού κατοχής. Εδώ συμπεριλαμβάνοται υποχρεώσεις για την αφαίρεσης ζωής 1.125.960 Ελλήνων (38.960 εκτελεσμένων, 12.000 νεκρών από αδέσποτες, 70.000 σκοτωμένων σε μάχες, 105.000 νεκρών στα στρατόπεδα της Γερμανίας, 600.000 νεκρών από πείνα και 300.000 απωλειών από υπογεννητικότητα).
4) Την επιστροφή των αρχαιολογικών θησαυρών που άρπαξαν τα γερμανικά στρατεύματα. Σύμφωνα με έκθεση ΕΑΜιτών αρχαιολόγων, που συνετάχθη το 1946, οι Γερμανοί διέπραξαν κλοπές και αφαίρεσαν αρχαιότητες μεγάλης αξίας από τα εξής μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους: Κεραμεικού, Πειραιά, Σκαραμαγκά, Βούλας, Βάρης, Κορωπίου, Κερατέας, Σουνίου, Ελευσίνας, Αίγινας, Μεγάρων, Θήβας, Λιβαδειάς, Ευπαλίου, Γαλαξιδίου, Τανάγρας, Χαιρώνειας, Κωπαΐδας, Δελφών, Χαλκίδας, Ερέτριας, Κορίνθου, Αργους, Λακωνίας, Κυθήρων, Βασιλικού Μεσσηνίας, Πεταλιδίου Μεσσηνίας, Θερμού, Μονής Βελάς, Ν. Αγχιάλου, Λάρισας, Καλαμπάκας, Χασίων(Μονή Αναλήψεως), Μονής Γκούρας, Θεσσαλονίκης, Ποτιδαίας, Κομοτηνής, Μυτιλήνης, Σάμου, Τηγανίου, Μήλου, και Καστελίου Κισσάμου, Κνωσού, Αγίας Τριάδας, Γόρτυνας, Φαιστού (Κρήτη).
Στην ιστορία αυτή υπάρχει και συνέχεια.
Τον Ιανουάριο του 1959 η τότε κυβέρνηση Καραμανλή φέρνει στη Βουλή για ψήφιση νομοσχέδιο «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου» και το δικαιολογεί με το ότι, όπως δήλωσε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Καλίας, «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια διά την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με τη Δυτική Γερμανία».
Οι Δυτικογερμανοί ηγέτες ενδιαφέρονταν για τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Ηθελαν, όμως, να σταματήσει και η δίωξη των εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα, ώστε παράγοντες της οικονομικής και πολιτικής ζωής της Δυτ. Γερμανίας, που βαρύνονταν με εγκλήματα ή είχαν εντάλματα για την κατοχική τους δράση, να μπορούν να μπαινοβγαίνουν ανενόχλητα στη χώρα μας.
Οπως αποδείχτηκε, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σ' αυτήν την κατάπτυστη συμφωνία, με αντάλλαγμα μερικά εκατομμύρια μάρκα. Στα τέλη του Γενάρη του 1959, ήρθε για συζήτηση στη Βουλή νομοσχέδιο «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου»... Μπροστά στις αντιδράσεις των βουλευτών της ΕΔΑ, η κυβέρνηση εξαίρεσε την περίπτωση Μέρτεν*. Το Σεπτέμβρη του 1960, η γερμανική εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και το περιοδικό «Ντερ Σπίγκελ» δημοσίευσαν αφηγήσεις του Μέρτεν, σύμφωνα με τις οποίες ο Κ. Καραμανλής και ο υπουργός Εσωτερικών Δημ. Μακρής ήταν συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων.
*Ο Μαξ Μέρτεν ευθυνόταν για σειρά εγκλημάτων πολέμου που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Συνελήφθη, κατά σύμπτωση, στην Αθήνα το Μάη του 1957. Το Μάρτη του 1958, εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα και ορίστηκε η δίκη του. Καταδικάστηκε σε ποινές από 6 έως 20 χρόνια για διάφορα αδικήματα, όπως παράνομες φυλακίσεις και εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης Ελλήνων και Ισραηλιτών, φόνους και θάνατο από ασιτία Ισραηλιτών, «γκέτο» σε βάρος 56.000 Ισραηλιτών, καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου Θεσσαλονίκης, εκτόπιση στα γερμανικά στρατόπεδα 40.000 Εβραίων κλπ. Τελικά, το Νοέμβρη του 1959, με τροποποίηση του προηγούμενου νόμου, ο Μέρτεν αποφυλακίστηκε και απελάθηκε. Στη Γερμανία συνελήφθη, αλλά γρήγορα αφέθηκε ελεύθερος...